αλκης αλκαιος

 


 

alkaios

 

Ο Άλκης Αλκαίος (Κοκκινιά Φιλιατών, 1949 – Αθήνα, 2012) ήταν ποιητής και στιχουργός. Το πραγματικό του όνομα ήταν Βαγγέλης Λιάρος.[1] Πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου2012, σε ηλικία 63 ετών, από καρκίνο.[2] Σχετικά με την καταγωγή του ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή του προς το Σύλλογο Παργινών Αθήνας: «Στους φίλους μου καλλιτέχνες, όταν με ρωτούν για την καταγωγή μου, απαντώ ότι ο μεν Βαγγέλης [Λιάρος] είναι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Παργινός, ο δε Άλκης [Αλκαίος] είναι γέννημα και θρέμμα Παργινός. Την Πάργα άλλωστε “περιέχουν” όλα μου τα τραγούδια κι ας είναι μόνο ένα απ’ αυτά που την αναφέρει ρητά (είναι η “Άνοιξη της Πάργας”) γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα μας είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το ταξίδι μου και η Ιθάκη μου».[3]

Κατά τη διάρκεια της ζωής του έγραψε πλήθος ποιημάτων και γνωστών τραγουδιών όπως το Ερωτικό (Με μια πιρόγα). Βασικός του συνεργάτης υπήρξε ο μουσικοσυνθέτης Θάνος Μικρούτσικος. Συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι Νότης Μαυρουδής, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Σωκράτης Μάλαμας, Μίλτος Πασχαλίδης και Μάριος Τόκας.[4]

[ Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια ]


 

 

Ατάκες – 1996 – Θάνος Μικρούτσικος -Δημήτρης Μητροπάνος

mitropanosΠόσο σου πήγαιν’ η βροχή
κείνο το βράδυ του Γενάρη
κι έλεγες μέσα στην βοή:
“Κανένα μέλλον δεν μπορεί
αυτό που ζούμε να μας πάρει”

Τώρα ποζάρεις στο γυαλί
σαν θεατρίνα στη σκηνή
τι να σου λέω για το χθες
για τις καμένες μας Ιθάκες
εσύ γυρεύεις παρτενέρ
για να σου δίνει τις ατάκες

Πόσο σου πήγαινε το φως
κείνο το χάραμα του τρόμου
κι έμοιαζες μες στα γέλια σου
και στα χρυσά κουρέλια σου
φευγάτη Παναγιά του δρόμου

Τώρα ποζάρεις στο γυαλί
σαν θεατρίνα στη σκηνή
τι να σου λέω για το χθες
για τις καμένες μας Ιθάκες
εσύ γυρεύεις παρτενέρ
για να σου δίνει τις ατάκες

 


 

Ερωτικό ( Με μια πιρόγα ) – 1982 – Μανώλης Μητσιάς –

mitsiasΜε μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου `φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s